Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ... (Κ.ΣΤΑΘΑΚΟΠΟΥΛΟΥ)



ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ, ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ...

(Της Κωνσταντίνας Σταθακοπούλου)



ΠΟΤΕ ΔΕ ΣΤΟ 'ΠΑ

Κι όμως..
Ποτέ δε στο ‘πα..

Πόσα νυσταγμένα αστέρια
στα μάτια σου ξενύχτησα..
Στα μάτια, που ποτέ το χρώμα τους δεν είδα..

Πόσες ανάσες
στα χείλη σου δε κρέμασα να ξαποστάσουν..
Στα χείλη, που ποτέ τα άδοτα φιλιά δε γεύτηκαν..

Πόσους χορούς
το σώμα μου δε ζάλισε
στις μεθυσμένες νύχτες του ονείρου,
με του κορμιού σου το άπιαστο άγγιγμα
τα βήματα παραπατώντας..

Πόσων αιώνων ικεσίες
στα πόδια σου δεν άφησα..
Σπονδή..
μυσταγωγίας ιερής που μου χαράκωσε τα βράδια..

Κι ας μη σε ξέρω..

Όμως σε είδα..
Συνθήματα, στους τοίχους του ονείρου μου να γράφεις..
Να μου διαγράφεις..
υπόλοιπο ανεκπλήρωτης, ελλειπτικής τροχιάς ..

Κι όμως..
Ποτέ δε στο ‘πα..
Πως συμπαρέσυρες σπαρτάρισμα απόγνωσης..
σε δύνη από έρωτα πυρακτωμένο..

Ποτέ δε στο ‘πα..
πως νύχτες αλεξίσφαιρες
την αναπόληση απ’ τη μορφή σου, στο όνειρο μου θα φρουρούν..



ΣΑΝ ΘΑ 'ΡΘΕΙΣ...

Μα σαν θα ‘ρθεις..
Στο μέσα σου θα κυλιστώ χωρίς ντροπή..
Τις πεθυμιές να ξετυλίξω,
που καίνε πυρωμένες τις παλάμες μου..
Αλύτρωτες του πόθου μου κραυγές,
στο σώμα σου να εξαπλωθούν..
Στο ακόλαστο του έρωτα,
τα κύτταρα μου να δαρθούν..
Της σάρκας μου τ’ αλαφιασμένο,
απ’ του φιλιού σου τη λαχτάρα να σιωπήσει..
Στου ανασασμού σου το τρεμούλιασμα,
ο βόγγος μου να χτυπηθεί..
Το Θείο της αγάπης,
σε χορτασμένα σώματα
το αγιασμένο μύρο να ριγήσει..
Τραγούδι λιόχαρο στο αίμα να κυλήσει,
από τα σπλάχνα σαν αναβλύσει το άκουσμα της ηδονής..
Με χρώμα απ’ έρωτα,
απαντοχή να ντύσει το σωσμένο..

Μα σαν θα ‘ρθεις..
Ο αέρας τη σιωπή του θα θροΐσει,
ταλάντευση απ’ έρωτα στο σύμπαν ν’ απλωθεί..
Και πορφυρή κραυγή,
του χρόνου θα ματώσει τη λαχτάρα..
Έναστρος ουρανός να κολυμπήσει,
τους πόθους του σε ματωμένη αστροφεγγιά

Κι όταν θα ‘ ρθεις..
Την προσμονή του επερχόμενου στα χέρια θα σφαδάξεις..
Θα ανατινάξες,
από το εύφλεκτο εγώ μου, υποταγμένη την παράδοση..



ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΤΩΡΑ;

Ξεμείναμε νωρίς ..
Απ’ τα φανάρια της γιορτής αδειάσαμε..
Κι εσύ.. κι εγώ..
Καλά κρυμμένοι πίσω απ’ των λέξεων τα σκοτάδια,
στους πόθους μας ξυπόλητοι ακουμπήσαμε..
Μην ακουστούν και γκρεμιστούν
απ’ του κενού τ’ ασήκωτο το βάρος..

Αόρατα αγαπιόμασταν τα βράδια,
την ερημιά μας σαν βουλιάζαμε στα υπόγεια..
Σκάλα σιωπής διαβαίναμε στις παγωνιές..
Φόβων αγκαλιασμένων τ’ ανηφόρια,
τσιγάρο να καπνίσουμε στο ξέφωτο της ουτοπίας..

Τα μάτια..πάνω σου.. πάνω μου..
του αδιέξοδου έσερναν χορό,
σε ένα στροβίλισμα απ’ όνειρα ληγμένα..
Που όμως,
Στις πεθαμένες δύνες τους χαμόγελα βυθίζαμε..
Γιατί ήμασταν αντάμα..

Γιατί..
Σε δίδυμο πόνο κολυμπήσαμε..
Τη λάμα απ’ το μαχαίρι σαν κεντήσαμε,
αντικριστά, στη μοναξιά ο ένας του άλλου..

Τώρα που είσαι..?
Που όλη η ζωή μου,
έρωτας εύφλεκτος..
στη σπίθα απ’ τ’ άναμμα σου ακροβατεί,
του πάθους το αφανέρωτο ν’ ανάψει..
Τα δάχτυλα να κάψει στους γυμνωμένους της φραγμούς..

Άφησε με καλέ μου..
η μοναξιά μου κοντά σου να πυρποληθεί..



  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου